Το WordReference δεν έχει τη δυνατότητα να μεταφράσει αυτή τη φράση, μπορείτε όμως να κάνετε κλικ σε κάθε λέξη για να δείτε τη σημασία της:

historical linguistics


Η φράση που αναζητήσατε δεν βρέθηκε.
Η εγγραφή για τον όρο linguistic παρατίθεται στη συνέχεια.

Δείτε επίσης: historical | linguistics

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Κύριες μεταφράσεις
ΑγγλικάΕλληνικά
linguistic adj (verbal, of language)γλωσσικός επίθ
 Linguistic change is inevitable over time.
linguistic adj (relating to language use)γλωσσολογικός επίθ
 Linguistic theory is more technical than most people think.
linguistics n uncountable (science of language)γλωσσολογία ουσ θηλ
 The professor of linguistics is training his students to document indigenous languages.
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.

WordReference English-Greek Dictionary © 2026:

Σύνθετοι τύποι:
ΑγγλικάΕλληνικά
linguistic ability n (aptitude for languages)γλωσσική ικανότητα επίθ + ουσ θηλ
 The new recruit was tested to have good linguistic ability.
linguistic analysis n (examination of language use)γλωσσολογική ανάλυση έκφρ
 The study of animal communications, called biolinguistics, is a fascinating branch of linguistic analysis.
linguistic root n (basic form of a word)ρίζα ουσ θηλ
  (κατά λέξη)γλωσσική ρίζα επίθ + ουσ θηλ
  Λείπει κάτι σημαντικό; Αναφέρετε τυχόν λάθη ή προτείνετε βελτιώσεις.
Ο όρος 'historical linguistics' βρέθηκε επίσης στις εγγραφές:
Στην αγγλική περιγραφή:

Συζητήσεις του φόρουμ με τη λέξη/φράση historical linguistics στον τίτλο:

  • Go to Preferences page and choose from different actions for taps or mouse clicks.
Δείτε την αυτόματη μετάφραση του Google Translate για τον όρο «historical linguistics».

Σε άλλες γλώσσες Ισπανικά | Γαλλικά | Ιταλικά | Πορτογαλικά | Ρουμανικά | Γερμανικά | Ολλανδικά | Σουηδικά | Ρωσικά | Πολωνικά | Τσέχικα | Τούρκικα | Κινέζικα | Ιαπωνικά | Κορεατικά | Αραβικά

Advertisements
Advertisements
Αναφορά ακατάλληλης διαφήμισης
WordReference.com
WORD OF THE DAY
GET THE DAILY EMAIL!